Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

Καμιά φορά φοράω τα λόγια μιας πληγής.
Καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς
κι απ' όλους κρύβομαι.

Τη χαρά, μού λες, γιατί σ' την κάνω συμφορά;




Ποια κατάρα μας δέρνει, εμάς που ξενυχτάμε
υποφέροντας ανάμεσα στις μέρες της χαράς μας;
Εμάς που, μια στο τόσο, μας πνίγει η ψυχή μας από μέσα; Για τοπία μυστικά και φλας ασθενοφόρων, για τριαντάφυλλα και πρίγκηπες που αύριο θα πεθάνουν, για χαλασμένες βαλβίδες, όλα τα λόγια που αύριο δεν θα ξέρω τι σημαίνουν. Αύριο μόνο όποιος Θεός υπάρχει, όποιος Θεός πιστεύεις, όποιος Θεός έχει μείνει να μην μου έχει θυμώσει ακόμα που δεν τον πιστεύω.

Παίρνω τα πράγματα από την αρχή. Κι ύστερα από σαράντα κύματα, ακόμα δεν έχω ξορκίσει τους παιδικούς μου δαίμονες. Η σκέψη μου τρέχει ξωπίσω από τη ζωή μου και δεν την προφταίνει, όσο και ν' αργήσεις, πώς να σκεφτώ το αύριο;

Παίρνω τα πράγματα από το τέλος. Ξέρω τι έρχεται, ξέρω τι θέλω, δεν ξέρω πού το έχασα. Να γυρνάς ανάποδα το χάρτη για να βρεις το μονοπάτι και να γυρνάει και ο κόσμος.

Τα ποτάμια κυλάνε και φεύγουν και μ΄αφήνουν πίσω.
Εγώ, αφού δεν έφυγα ποτέ μου, πώς μπορώ να γυρίσω;
Πόσον καιρό έχω να δω ξερά φύλλα και κυκλάμινα; Από χθες ή από χίλια χρόνια; Πόσον καιρό να βυθιστώ σε μάτια αγαπημένα; Αχ, και πόσο μου έλειψαν... Μα τα δικά σου τα μάτια έχουν το χρώμα το γκριζογάλανο της καταιγίδας που αργοπεθαίνει...

Σαν το παράπονο στη φράση "Εδώ και τώρα". Στέκομαι. -273ο Κελσίου. Όσο πιο γρήγορα τρέξεις, τόσο πιο γρήγορα θα φτάσεις στο μέλλον. Τόσο πιο γρήγορα στο θάνατο.

Το σ' αγαπώ είναι μια ανάγκη σχεδόν βιολογική. Σχεδόν ένα ζωώδες ένστικτο, που φουσκώνει μέσα και πιέζει να βγει, που σε τριγυρίζει τα βράδια βασανιστικά σαν ονείρωξη. Κι ίσως πιο επικίνδυνο. Το τσέλο το κάνει να ξυπνάει και να πάλλεται και να βουίζει, κι αν σπάσω θα ξεχυθεί χείμαρος και θα με ταξιδέψει ένα άγριο ταξίδι με τέλος προδιαγεγραμμένο. Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω, ως να μου γίνεις μοίρα, θάνατος και πέτρα. Είπαν ότι τα άστρα μού 'γραψαν και μού 'ταξαν, μα εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, ποιος μπορούσε να δει τα άστρα μέσα στα φώτα της, ή ν' ακούσει τι λέγαν στη βοή της;

Δεν ξέρω ν' αφήνω κάποιον. Μόνο να τον αφήνω να μ' αφήνει.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 02, 2006

Γεια κι αντίο


ή.... "Μπορώ κι εγώ με το kandoo"


Μου φάνηκε αστείο. Να ξεκινήσω κάτι τώρα που φεύγω.

Gone AgainΈνα θέμα, λοιπόν, είναι ότι φευγω. Πάλι. Νόμιζα πως κάθε φορά θα ήταν και πιο εύκολη, αφού λογικά θα περίμενες την αποχαυνωτική παρέμβαση της συνήθειας. Τελικά, μάλλον κάθε φορά είναι και πιο δύσκολη, αφού κάθε φορά φεύγεις από όλο και περισσότερα μέρη. Ναι, και ανθρώπους, αλλά ας μην γινόμαστε μελό. Εξάλλου αυτοί μπορεί και να σ' αφήσουν πρώτοι.


Ένα άλλο θέμα είναι ότι ξεκινάω blog. Το "γιατί τώρα", το απάντησα. Γιατί μου φάνηκε αστείο - ειρωνία. Το "γιατί" είναι που με απασχολεί.

The Beginning
Δεν ξέρω αν συνηθίζεται ένα νέο blog να δικαιολογεί την ύπαρξή του. Αλλά είναι που, όταν κάποιος μου πρωτοείπε ότι θα κάνει κάτι τέτοιο, τον ρώτησα "γιατί, τι νόημα έχει αυτό;". Είναι και που από 13 χρονών ήδη αποκύρηξα το ημερολόγιό μου. Για πολύ καιρό πάντως διατήρησα την ψυχρή μου αδιαφορία για τα blogs. Του συγκεκριμένου "πρωτοπόρου" δεν το διάβασα ποτέ (καλά, ίσως και το ότι είναι στα σουηδικά να έπαιξε το ρόλο του...). Των φίλων μου για καιρό δεν με απασχολούσαν. Πάτησα το link που μου έστειλαν αδιάφορα, έριξα μια γρήγορη ματιά και έκανα μήνες να επιστρέψω. Όχι, δεν ήταν λόγω αδιαφορίας προς τους φίλους και τα συναισθήματα τους... λόγω του παραλογισμού που βλέπω στο εγχείρημα ήταν.
Και μετά έγινε το αναπόφευκτο. Μόδα.
Οι φίλοι να συζητούν συχνά τα posts και τα comments τους στα blogs τους και εγώ να μένω έξω από μεγάλη μερίδα των συζητήσεων κατά τις εξόδους. Αποφάσισα να επιστρέψω για να ενημερωθώ. Να δω δηλαδή τι διάλο λέγανε, από περιέργεια και στοιχειώδη σεβασμό προς τα ενδιαφέροντά τους.
Από τη στιγμή που αναφορές σε ένα συγκεκριμένο blog άρχισαν να έρχονται ακόμα και από απρόσμενους συνομιλητές, άρχισα κι εγώ να το διαβαζω πιο τακτικά. Κι ύστερα οι φίλοι μου άρχισαν να συζητάνε και για τα blogs άλλων γνωστών μας...

Ναι λοιπόν, τα blogs έγιναν μόδα και εγώ ακόμα μια φορά προσυλητίστηκα από τη διαφήμιση. Σαν τα παντελόνια-καμπάνα και τα ασύμμετρα σακίδια - αυτά που πάνε στην πλάτη αλλά μόνο στον ένα ώμο... - έτσι και τα blogs: στην αρχή τα καταδίκασα, μετά αδιαφόρησα, μετά τα συνήθισα και τέλος έφτασα να τα ενστερνιστώ. Είμαι ένα ασυνειδήτως fashion victim. Αφού σήμερα βρέθηκα να διαβάζω και posts αγνώστων (ή γνωστών, κρυμμένων πίσω από nicknames και profiles που αδυνατώ να αποκωδικοποιήσω), το επόμενο βήμα ήταν απλά να συνειδητοποιήσω ότι ούτε απόψε θα κοιμόμουν(1), να τριβελλίσω λίγο το μυαλό μου με το ειρωνικόν του πράγματος που ανέφερα στην αρχή και να ΄μαι...

Στο κάτω κάτω, το να κάνεις κάτι μόνο και μόνο επειδή είναι μόδα είναι το ίδιο βλακεία με το να μήν κάνεις κάτι μόνο και μόνο επειδή είναι μόδα. Επιπλέον, ο καθένας έχει ένα μικρό αλλά δικαιωματικό όριο ανοχής στα ίδια του τα ελαττώματα: τέλειοι δεν θα γίνουμε ποτέ κι εξάλλου οι περισσότεροι είναι ακόμα πιο σκατά από εμάς(2), ας απολαύσουμε κι εμείς κάποιες μικρές μας αμαρτίες. Συνεπώς δεν χρειάζομαι άλλη δικαιολογία, παρά μόνο ότι κι εγώ μπορώ, κι εγώ είμαι ψώνιο... Το αν έχει πλάκα θα το ανακαλύψω στην συνέχεια.

Υ.Γ. (1)Έχω πολλές μέρες που δεν κοιμάμαι. Δεν ξέρω γιατί, ίσως έχει να κάνει με τη καταναγκαστική φυγή, θέμα που δεν θέλω να αγγίξω. Η διαφορά απόψε ήταν ότι δεν ήθελα καν να προσπαθήσω.
(2)Ίσως τελικά το θέμα είναι να επιτρέπεις στον εαυτό σου τόσα ελαττώματα όσα σε παίρνει για να μη γίνεις τα ίδια σκατά με τη μάζα... Αν και νομίζω πως θα μετανοιώσω αυτό το σχόλιο.




Το post αυτό γράφτηκε αρχικά τη νύχτα της 30 Αυγούστου, εξ ου τα περί φυγής.