Καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς
κι απ' όλους κρύβομαι.
Τη χαρά, μού λες, γιατί σ' την κάνω συμφορά;
Ποια κατάρα μας δέρνει, εμάς που ξενυχτάμε
υποφέροντας ανάμεσα στις μέρες της χαράς μας;
Εμάς που, μια στο τόσο, μας πνίγει η ψυχή μας από μέσα; Για τοπία μυστικά και φλας ασθενοφόρων, για τριαντάφυλλα και πρίγκηπες που αύριο θα πεθάνουν, για χαλασμένες βαλβίδες, όλα τα λόγια που αύριο δεν θα ξέρω τι σημαίνουν. Αύριο μόνο όποιος Θεός υπάρχει, όποιος Θεός πιστεύεις, όποιος Θεός έχει μείνει να μην μου έχει θυμώσει ακόμα που δεν τον πιστεύω.
Παίρνω τα πράγματα από την αρχή. Κι ύστερα από σαράντα κύματα, ακόμα δεν έχω ξορκίσει τους παιδικούς μου δαίμονες. Η σκέψη μου τρέχει ξωπίσω από τη ζωή μου και δεν την προφταίνει, όσο και ν' αργήσεις, πώς να σκεφτώ το αύριο;
Παίρνω τα πράγματα από το τέλος. Ξέρω τι έρχεται, ξέρω τι θέλω, δεν ξέρω πού το έχασα. Να γυρνάς ανάποδα το χάρτη για να βρεις το μονοπάτι και να γυρνάει και ο κόσμος.
Τα ποτάμια κυλάνε και φεύγουν και μ΄αφήνουν πίσω.
Εγώ, αφού δεν έφυγα ποτέ μου, πώς μπορώ να γυρίσω;
Πόσον καιρό έχω να δω ξερά φύλλα και κυκλάμινα; Από χθες ή από χίλια χρόνια; Πόσον καιρό να βυθιστώ σε μάτια αγαπημένα; Αχ, και πόσο μου έλειψαν... Μα τα δικά σου τα μάτια έχουν το χρώμα το γκριζογάλανο της καταιγίδας που αργοπεθαίνει...
Σαν το παράπονο στη φράση "Εδώ και τώρα". Στέκομαι. -273ο Κελσίου. Όσο πιο γρήγορα τρέξεις, τόσο πιο γρήγορα θα φτάσεις στο μέλλον. Τόσο πιο γρήγορα στο θάνατο.Το σ' αγαπώ είναι μια ανάγκη σχεδόν βιολογική. Σχεδόν ένα ζωώδες ένστικτο, που φουσκώνει μέσα και πιέζει να βγει, που σε τριγυρίζει τα βράδια βασανιστικά σαν ονείρωξη. Κι ίσως πιο επικίνδυνο. Το τσέλο το κάνει να ξυπνάει και να πάλλεται και να βουίζει, κι αν σπάσω θα ξεχυθεί χείμαρος και θα με ταξιδέψει ένα άγριο ταξίδι με τέλος προδιαγεγραμμένο. Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω, ως να μου γίνεις μοίρα, θάνατος και πέτρα. Είπαν ότι τα άστρα μού 'γραψαν και μού 'ταξαν, μα εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, ποιος μπορούσε να δει τα άστρα μέσα στα φώτα της, ή ν' ακούσει τι λέγαν στη βοή της;
Δεν ξέρω ν' αφήνω κάποιον. Μόνο να τον αφήνω να μ' αφήνει.